Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός Διονύσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός Διονύσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Ποιήματα για το Σολωμό - Γιάννης Κοντός

Γενική κάτοψη του συναισθήματος

Δεν μπορεί, τα σκοτάδια και η επαναλαμβανόμενη
ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία
των λέξεων μέσα από τις άγνωστες γωνίες
των χεριών, δεν μπορεί, θα μας σώσουν.
Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,
όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών
μυθιστορημάτων. Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από
τις δύο έως τις πέντε μετά μεσημβρίαν, ο πληθυσμός
χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ή ομάδες:
η μία κάθεται πλάι στο τζάκι και κοιτάζει
τη στάχτη. Η άλλη κοιμάται προσπαθώντας
να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.
Η τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες
σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.
Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει
το επόμενο θύμα, χαμογελώντας στις κάμερες
της τηλεόρασης. Ένα φως μοβ του σφαγείου
φωτίζει την περιοχή και σπασμένοι καθρέφτες
γύρω αυξάνουν τις εικόνες και την αγωνία
των παρισταμένων.


Από την ποιητική συλλογή, Πρόκες στα σύννεφα, εκδόσεις Κέδρος.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Σολωμός Διονύσιος, Εικόνα της Άνοιξης



Τώρα που είναι Άνοιξη, σκέφτομαι τα λόγια του Σολωμού την περιγραφή της φύσης , το μάγεμα και τη χάρη  που είναι πειρασμός για τους ελεύθερους πολιορκημένους . Παραθέτω το κείμενο :







O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.



Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,

χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,

κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ' γή, σ' ουρανό, σε κυμα.

Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητό 'ναι κι άσπρο,

ακίνητ' όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ' ως τον πάτο,

με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

που 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.

- «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες;».

- «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

ουδ' όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,

μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».



από τους ελεύθερους πολιορκημένους σχεδίασμα β, σχεδίασμα γ.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ποιήματα για το Σολωμό



ΔΟΝΗΣΕΙΣ

Μακάριος εκείνος όταν
τον κατάκλυσε ο θάνατος
γκρεμίζοντας τη λαλιά του
σα να μπουκώθηκε με χιόνι
και μούδιασε η φτερούγα του κόσμου
μακάριος ο ταραγμένος απ' το αίνιγμα του δυόσμου.

Μακάριος ο Θεόφιλος που άγιασε με περικεφαλαία.
Μακάριος ο Διονύσιος κόμης Σολωμός
άγων φάος αγνόν απ΄ το αλωνάκι, μακάριος,
όταν έπαυε να γράφει
κ' έγραφε μέσα-μέσα στην ψυχή του
πίνοντας.

Γι' αυτό η ποίηση βγαίνει με τα πρόβατα
θωπεύει τις αγιάτρευτες σκυλίτσες.

Νίκος Καρούζος, από τη συλλογή "Πενθήματα" , 1969.

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

ποιήματα για το Σολωμό

ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ

Διονυσίου Σολωμού


Μαύρη και λαμπερή εικόνα
κι εσηκώθηκε
μέσ' από κρύα φωτιά
Και μεγάλη σιωπή μ' εκυρίεψε
και θλιμμένη σιωπή ακολούθησε
Τα φτερά τσακισμένα και κάτω
    του χρόνου
Ω μητέρα,
δε θέλω να σου πω την ηλικία μου
Να φούντωνες εκεί που εφύτρωσες
     ακίνητη εκεί
γεννημένη για μένα

Τίποτε να μην ετάραζε
                     γύρω σου το αίμα
που μ' εγέννησε

Τη νύχτα
κατεβαίνουν οράματα που δε
θα δούνε
το φως της ημέρας
Αποτυπώνω
το ελάχιστο Μέγιστο
Ποιος θα με σώσει ξεσκεπάζοντάς με
               από τα πένθη γιατί
εκδιώκοντας εγώ και
               πάντα προσκαλώντας
τα υψωμένα μάτια των εικόνων
               στο πρόσωπό μου,
τα λάφυρα του ανείπωτου κερδίζω
και το μελάνι με σκοτώνει.

Ω άγια εικόνα
ποια εικόνα;
Μη με καταδιώκεις
                 αχνίζον
κατάμονο ρόδο αμάραντο
                 έμεινες
                 Δε
                 σε ξέρω
                 μητέρα

Το σώμα δίχως αντικλείδι, 2000 

ποιήματα για το Σολωμό


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ,
Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τι πόθους...
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ' τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ' άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ' ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνεια
και μακριά πώς ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ' όλα τ' άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ' όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ' ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
           οι απαίσιες χιλιετηρίδες 

Νίκος Καρούζος, από τη συλλογή ο Υπνόσακκος [1964]

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

ποιήματα για τον Σολωμό


Σ' ένα ταρατσάκι ο Σολωμός


Σ' ένα ταρατσάκι πίκρας λιθάρια στοιβάζοντας στο στήθος
Σπουδάζει ο μαύρος Διονύσιος το φως και τις υψηλές του διασυνδέσεις

Την αγαπάει όπως το σωστό. Την Ελλάδα. Εκεί το
Δέρμα του έρωτα λάμπει τέλειο σαν φύση.

Ένα άγγιγμα μόλις της ζωής η αγάπη και χάθηκε η ζωή.
Θροϊζουν τα φύλλα και στρέφεται το ερπετό να πιει νερό.
Αδ..Αδ..Αδάμ. Η γυναίκα στο στόμα άδηλη.

"Δεν θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός", είπε και τα χέρια του μύριζαν ακόμη
φρέσκια ρίγανη από την τελευταία του περιπλάνηση.

Νυχτερινό και ατσάκιστο ένδυμα. Ίσως με κάτι λευκό θα 'πρεπε να το ξανοίξει.
Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν ωραίο επιχείρημα να απουσιάζει.

Ο ένας χρόνος μετά τον άλλον τον αιχμαλωτίζει, ενώ ο άπειρος χρόνος της
ελευθερίας του τον τυφλώνει. Μικρός αγάπησε τη μάνα του σαν κάθε ζώο που ανατέλλει.

Οι ήλιοι που λατρεύει μες τη μέρα τον καίνε τη νύχτα.
Το πρωί οι υπηρέτες του τραβάνε τα ριντό και πέφτει
Στον ύπνο του κόσμου. Αυλαία.

Το σώμα είναι για να βγάζει σκέψεις όπως το δάσος πουλιά κι ανθισμένους κλώνους.

Ο μεγάλος εχθρός ο θάνατος ( ή μήπως ο καλύτερός του φίλος;), εμφανίστηκε στο
όνειρό του με φανταχτερή ρεντιγκότα σαν φιδιού γυαλιστερή σάρκα. "Πού τα βρήκες
αυτά τα ρούχα;" ρώτησε ο κοιμώμενος και το άλλο έγινε γυναίκα και τον τύλιξε.

Τα σύνεργα της τουαλέτας ήταν ό,τι απόμεινε από το δικαστικό αγώνα. Χτένα από
χελώνα και καρφίτσες για τη γραβάτα, που μόλις τις συγκρατούσε για να μην του
καρφωθούν στο λαιμό. Λίμες για τα νύχια φονικές κι ένα λεκανάκι από
ελεφαντόδοντο, όπου στύβει, στύβει πανιά μοβ.

Έκθαμβος κοιτάει το δέρμα να φεγγοβολάει της φαρμακωμένης. ϊσως και το φως
να 'χει πίσω του μια δηλητηριασμένη ιστορία.

Η μέλισσα λένε χωρίς φύλο ενώ πετάει προς τα λουλούδια ερωτική. Ο ποιητής χωρίς
φύλο κι η μοναξιά του σαν άνοιξη μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη
σαρκική που θα 'χε ταριχέψει.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ