Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

κι ένα χαρούμενο

Σπίτι με Κήπον

Ήθελα νάχω ένα σπίτι εξοχικό
μ' έναν πολύ μεγάλο κήπο - όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν' ευμορφότατα)
αλλά για νάχω ζώα. Α νάχω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες - η δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλλο, να τον αγροικώ
να λέγει πράγματα μ' έμφασι και πεποίθησιν.
Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ' έφθαναν.
Θάθελα και δυο άλογα (καλά είναι τ' αλογάκια).
Κ' εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ' τ' αξιόλογα
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ' η κεφαλές των.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της ποίησης

Γεωργίου Χορτάτση, Ερωφίλη

πρόλογος του Χάρου


...Εγώ 'μ' εκείνος το λοιπό απ' όλοι με μισούσι
και σκυλοκάρδη και τυφλό κι ' άπονο με λαλούσι
εγώ 'μ' απού τση βασιλειούς, τση μπορεμένους όλους,
τση πλούσιους και τσ΄ανήμπορους, τσ' αφέντες και τσ' δούλους
τση νέους και τση γέροντες, μικρούς και τση μεγάλους
τση φρόνιμους και τση λωλούς κι όλους τσ' ανθρώπους τσ'
γιαμιά, γιαμιά, όντε μου φανή, ρίχνω και θανατόνω
κ' εις τον αθό τση νιότης τως τση χρόνους τως τελειώνω
λυόνω τση δόξαις και τιμαίς, τα νόματα μαυρίζω,
τση δικηοσύναις διασκορπώ και τση φιλιαίς χωρίζω
τσ' άγριαις καρδιαίς καταπονώ τση λογισμούς αλλάσσω
τσ' ολπίδες ρίχνω 'ς μια μερά και τσ' έγνοιαις κατατάσσω
κ' εκεί που με πολύ θυμό τα μάτια μου στραφούσι
χώραις χαλούν αλάκαιραις, κόσμοι πολλοί βουλούσι
Πού των Ελλήνω η βασιλειαίς; πού τω Ρωμηών η τόσαις
πλούσιαις και μπορεζάμεναις χώραις; πού τόσαις γνώσες
και τέχναις; που ν΄η δόξαις τως που σήμερον εκείναις
ς' τ' άρματα κ' εις τα γράμματα η ξακουσταίς Αθήναις;
πού η καρτάγω η δυνατή κ' η πολεμάρχοι γιάξοι
της Ρώμης; πού τα κέρδητα πού χασιν αποτάξει
πού τ' Αλεξάνδρου η ανδρειά κ' η μπόρεσί του πλείσα;
πού των Καισάρων η τιμαίς από τον κόσμ' ορίσα;
Όλα χαλάσαν από ΄με κι όλ' από με χαθήκα,
χώμα γινήκ' αψήφιστο κ' εις λησμονιάν εμπήκα.
Γιαύτως λωλοί 'ναι όποιοι θαρρού με κόπο γη με γνώση
να κάμουσι τη χάρα μου να μη μπορά τελειώση
τα νόματά τως γράφοντας ' ς τον κόσμο παραμύθια
κι άλλα πολλά καμώματα ψωματινά κι αλήθεια
Λωλότεροι όσοι αθάνατοι λογιάζου ν΄απομείνουν
κέρδη σαν κάμουσι πολλά κι αρίφνητα πλουτύνουν
τώνα και τ' άλλο από με χάνεται και τελειόνει
τώνα και τάλλο οι καιροί χαλούσινε κι οι χρόνοι
Πού τ χαλδαίω τα γράμματα που κείνοι που λογιάζαν
να μείνουσιν αθάνατοι, για κείνο εσπουδάζαν
με τόσο κόπο των αλλώ να γράφου τση πολέμους
γη κείνοι που σκορπούσανε τα πλούτη 'ς' τους ανέμους
Πού τόση μεγαλότητα, πού ' ναι τα πλούτη τώρα
πού χεν εκείν΄η ξακουστή και μπορεμένη χώρα
τση σεμίραμις; πέτε μου πού κείνοι τσ' οι μεγάλοι
σοφοί πού τόσοι τσ΄άρχοντες και τόσοι δούλοι τσ΄άλλοι;
μ' απής 'ς τη γη δε φαίνουνται, ουδ΄ είναι τα κορμιά τως
σκιάς πέτε μ' ένα σήμερο απού τα 'νόματά τως!


[....]


το ψες εδιάβη, το προχθές πλειο δεν ανιστοράται
σπίθα μικρά το σήμερο 'ς τα σκοτεινά λογάται.
Σ' έναν ανοιγοσφάλισμα των αμμάτ' αποσώνω
και δίχως λύπησι καμμιά τον άνθρωπο σκοτώνω
τα κάλλη σβύνω κι όμορφο πρόσωπο δε λυπούμαι
τους ταπεινούς δε ' λεημονώ, τους άγριους δε φοβούμαι
τους φεύγουν φτάν' ογλήγορα, τους με ζητούν μακραίνω
και δίχως να με κράζουσι συχνά τση γάμους μπαίνω
κι αρπώ νυφάδες και γαμπρούς γέροντες και κοπέλια
και κάνω ξόδια τση χαραίς και κλάυματα τα γέλια
σε πρίκα τη ξεφάντωσι και κλάυματα γυρίζω
πάσα τραγούδι και ποτέ λύπησι δε γνωρίζω
την άσπρη σάρκα χώματα και βρώμο κατασταίνω
την όψι λυόνω και χαλώ και πάσα μυρισμένο
στήθος σκωλήκων κατοικιά κάνω ζημνιό και βρώσι
κ' η χέρα μου καθημερνό γυρεύγει να τελειώσει
σπίτια, γενηές και βασιλειές και κόσμους σαν τυχαίνει
η δικαιοσύνη του θεού να μείνη πληρωμένη
Μ' όλον ετούτο σήμερο μηδέ με φοβηθήτε
όσοι σας έκαμεν εδώ η τύχη σας να ρθήτε
γιατί δε μ' έστειλεν ο Ζευς τλωρα συναφορμά σας
μηδέ για τους γονέους σας μηδέ για τα παιδιά σας
γραμμένο είναι τσ' ουρανούς χρόνους πολλούς να ζήτε
τιμαίς και πλούτη νά χετε χαραίς πολλαίς να ' δήτε.

[...]

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Αν δεν χωράς πουθενά



Σκέψεις πάνω στη σκέψη: "δεν χωράω πουθενά"

Τον τελευταίο καιρό ακούω όλο και περισσότερους να λένε "δεν χωράω πουθενά". Ναι συμφωνώ ότι ο κάθε άνθρωπος, η κάθε ανθρώπινη οντότητα είναι ξεχωριστή και μοναδική. Αλλά τι γίνεται με αυτούς που δεν χωρούν πουθενά; Έχουν κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα; Και τι γίνεται με αυτούς που χωρούν κάπου; Σε ένα κόμμα, σε μια πατρίδα, κάτω από την ταμπέλα μιας συλλογικότητας. Και τι γίνεται με αυτούς που περιφέρουν και περιφέρονται με παραμάσχαλα τα ιδεολογικά μαγαζάκια τους; Και τι γίνεται όταν ιδέες όπως η αναρχία καταντούν σαν το κρεβάτι του Προκρούστη; Το "τοτε τι κρίμα τι κρίμα τι κρίμα παντού περισσεύεις" του Αγγελάκα είναι κορυφαίο σύνθημα της γενιάς μου. Της γενιάς που μεγάλωσε χωρίς αυταπάτες. Για τη γενιά που είδε τα πάντα να ξε-πουλιούνται..Θα μπορούσε να είναι γραμμένο στα Εξάρχεια με μαύρο σπρέυ.

Μία φίλη μου μου είπε: είμαι άνθρωπος, είμαι και μπλε και κίτρινη και κόκκινη. Αλλά κάθε άνθρωπος έχει φωνή και η φωνή πρέπει να ακούγεται. Όλες οι φωνές πρέπει να ακούγονται, όλων των ανθρώπων. Συνήθως ακούμε τη φωνή της εξουσίας μέσα από τα δελτία των ειδήσεων. Πως θα γίνει να ακουστούν οι φωνές αυτών που δεν χωρούν πουθενά; Σήμερα βλέπουμε μια μεγάλη μερίδα νέων να έχουν στραφεί προς το πιο σύγχρονο διαδεδομένο ναρκωτικό : την κατανάλωση. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι γινονται απολιτικοί; Ας μην ξεχνάμε τι σήμαινε η λέξη "ιδιώτης" στην αρχαιότητα. πάλι ξαναγυρίζω στο ερώτημα "'που πάμε". Αν και αυτό το ερώτημα φαντάζει σαν την αγωνία ενός γέρου -ηλικιωμένου ανθρώπου όταν βλέπει τη νεολαία να έχει άλλα φερσίματα απ' ότι η δικιά του γενιά.

Αν δε φοράς στολή, αν δεν έχεις ήδη κολλήσει την ταμπέλα στον εαυτό σου τότε τι κρίμα τι κρίμα τι κρίμα. Και τι θα γίνει όταν οι σύντροφοί σου θα αρχίσουν να σε κοιτάνε περίεργα και θα σε διαγράψουν από το κόμμα; Και τι θα γίνει όταν θα αρχίσεις να γίνεσαι ο εχθρός που πολεμάς. 

Πλάτων, Ίων


ΠΛΑΤΩΝ (427-347 π.Χ.)

Ίων 533c4-535a

Η "θεϊκή έμπνευση" των ποιητών

ΙΩΝ.

Σ' αυτά Σωκράτη, δεν γίνεται να σε αντικρούσω. Ξέρω εντούτοις καλά όσο με αφορά, πως για τον Όμηρο μιλώ ωραιότερα από τον καθένα και είμαι ανεξάντλητος και παραδέχονται την επιτυχία μου οι πάντες για τους άλλους ποιητές όχι. Σκέψου λοιπόν τί τελος πάντων συμβαίνει.

ΣΩ. Το σκέφτομαι, Ίων, και θα σου πω αμέσως τι γίνεται κατά τη γνώμη μου.

Η επιτυχία σου στον Όμηρο, όπως έλεγα μόλις, δεν είναι αποτέλεσμα επιστήμης. Μια θεϊκή δύναμη σε βάζει σε κίνηση, όπως γίνεται με την πέτρα που ονομάζει ο Ευριπίδης Μαγνητική κι ο κόσμος Ηράκλεια. Η πέτρα αυτή δεν σέρνει μόνο τα σιδερένια δαχτυλίδια μαζί της, παρά τους μεταδίδει τη δύναμη να κάνουν κι αυτά σαν την πέτρα, να σέρνουν δηλαδή άλλα δαχτυλίδια μαζί τους, ώστε συχνά ολόκληρη αρμαθιά σιδεράκια και δαχτυλίδια κρέμεται το ένα απ' το άλλο, ενώ η δύναμη όλων τους εξαρτάται απ' την πέτρα.

Έτσι ακριβώς και η Μούσα: εμπνέει αυτή μερικούς, κι από τους εμπνευσμένους αυτούς αποκρεμιέται αρμαθιά ενθουσιωδών άλλων, αφού όλοι, και οι καλοί επικοί φυσικά, δεν είναι από επιστήμη αλλά ως θεόπνευστοι και δαιμονισμένοι μόνο δημιουργούν τα ωραία τους έργα. Και οι λυρικοί επίσης, καθώς ακριβώς οι κορύβαντες δεν χορεύουν νηφάλιοι, έτσι κι αυτοί δεν συνθέτουν στα καλά καθούμενα τα λαμπρά τους τραγούδια, μα δαιμονίζονται και μεθούν βουτώντας στην αρμονία και στο ρυθμό σαν τις βάκχες ―που μόνο άμα δαιμονιστούν κι αυτές αντλούν από τα ποτάμια μέλι και γάλα, όχι όμως νηφάλιες― έτσι ακριβώς και των λυρικών η ψυχή απεργάζεται τα όσα λένε. Και λένε, ως γνωστόν, οι ποιητές ότι από βρύσες μελίρρυτες κι από κήπους Μουσών και λιβάδια, πετώντας εκεί κι αυτοί σαν τις μέλισσες, δρέπουν τις μελωδίες τους και μας τις φέρνουν.

Και λένε αλήθεια∙ γιατί ο ποιητής είναι πράγμα ελαφρό, πεταχτό και δαιμόνιο, και δεν μπορεί να δημιουργήσει παρά σαν ενθουσιαστεί μόνο και πέσει σ' έκσταση και χάσει το λογικό από μέσα του∙ όσο αντίθετα το κρατάει, αδύνατο να δημιουργήσει κανείς ποίημα ή να δώσει χρησμό.

Καθώς λοιπόν από θεϊκή δύναμη μόνο είναι δημιουργοί κι όχι από επιστήμη, φέρνοντας στο φως πολλά κι ωραία για όλα τα πράγματα όπως εσύ για τον Όμηρο, αυτό μόνο μπορεί να φέρει καλά κανένας σε τέλος, στο όποιο τον σπρώχνει η Μούσα του· διθυράμβους ο ένας, εγκώμια ο άλλος, χορευτικά ο τρίτος, έπη εκείνος, ιάμβους ο άλλος. Για τ' άλλα είναι ο καθένας τους σκάρτος αφού, το ξαναλέω, δεν είναι, καμιά επιστήμη που τους οδηγεί να μιλούν, αλλά η θεϊκή δύναμη, κι αν ήξεραν, από επιστήμη, να μιλήσουν για κάτι καλά, θα ήξεραν τότε και για όλα τ' άλλα.

Αφαιρώντας τους λοιπόν έτσι το λογικό ο θεός τούς χρησιμοποιεί ως υπηρέτες, ποιητές χρησμωδούς και θείους μάντεις, για να το καταλάβουμε καλά οι ακροατές εμείς πως δεν είναι αυτοί που μιλούν τόσο σπουδαία, οι στερημένοι το λογικό τους, αλλά, μεσ' απ' αυτούς, ο θεός ο ίδιος μιλάει κι απευθύνεται σε μας.

Μέγιστη απόδειξη ο Χαλκιδεύς Τύννιχος. Ουδέποτε ο καλός σου δημιούργησε άλλο ποίημα για το οποίο θ' άξιζε να τον μνημονεύει κανένας έξω από τον παιάνα που ψάλλουν οι πάντες, τ' ωραιότερο ίσως τραγούδι που έγινε ποτέ, κυριολεκτικά «δώρο Μουσών», όπως το λέει ο ίδιος.

Με τον παιάνα λοιπόν κατέδειξε, νομίζω, σε μας ο θεός μια και καλή, ότι δεν είναι ανθρώπινα τα ωραία ποιήματα, ούτε ανήκουν στους ανθρώπους, παρά θεϊκά κι ανήκουν στους θεούς. Και οι ποιητές δεν είναι παρά διερμηνείς των θεών, στην κυριότητα καθένας τους ενός μόνο θεού. Θέλοντας να δείξει αυτά ακριβώς ο θεός, επίτηδες τραγούδησε μέσ' από τον ασημαντότερο ποιητή τ' ομορφότερό του τραγούδι. Ή θαρρείς ότι σφάλλω, Ίων:

ΙΩΝ. Καθόλου δεν το νομίζω, μα το θεό. Άγγιξες ίσα–ίσα με τα λόγια σου την ψυχή μου, Σωκράτη, κι έχω κι εγώ την ιδέα πως οι καλοί ποιητές, από θεία μοίρα μάς μεταφέρουν ολ' αυτά εκ μέρους των θεών.

(μετάφραση Λουκάς Κούσουλας)