Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Σπάρτη και γκράφιτι

Τα γκράφιτι της Σπάρτης είναι τόσο παιδικά, μάλλον επειδή είναι φτιαγμένα από παιδιά ..σε καμία άλλη πόλη τα γκράφιτι δεν έχουν τόση αθωότητα...


tags


Σπάρτη και νεοκλασικά

Στην Σπάρτη έχουν απομείνει πια σήμερα πολύ λίγα νεοκλασικά. Τα περισσότερα γκρεμίστηκαν τα τελευταία χρόνια από τους αδηφάγους και αδίστακτους εργολάβους . Έκανα μια βόλτα στην πόλη και τράβηξα μερικές φώτο..

Αυτό είναι ένα νεοκλασικό που λατρεύω...δεν ξέρω γιατί το αγαπώ τόσο πολύ..είναι οι καθαρές γραμμές,  ο κήπος με τον πεύκο, η χορταριασμένη αυλή, τα σιδερένια κάγκελα με τα ανθέμια και τους ρόδακες..



ένας γρύπας και μία κόρη


λεπτομέρεια από ένα σπίτι στη Λεωνίδου:



η ομορφιά, η τέχνη, η ευαισθησία των μαστόρων. το καθένα είναι διαφορετικό μοναδικό..στολίδια της πόλης

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ποιήματα για το Σολωμό

ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ

Διονυσίου Σολωμού


Μαύρη και λαμπερή εικόνα
κι εσηκώθηκε
μέσ' από κρύα φωτιά
Και μεγάλη σιωπή μ' εκυρίεψε
και θλιμμένη σιωπή ακολούθησε
Τα φτερά τσακισμένα και κάτω
    του χρόνου
Ω μητέρα,
δε θέλω να σου πω την ηλικία μου
Να φούντωνες εκεί που εφύτρωσες
     ακίνητη εκεί
γεννημένη για μένα

Τίποτε να μην ετάραζε
                     γύρω σου το αίμα
που μ' εγέννησε

Τη νύχτα
κατεβαίνουν οράματα που δε
θα δούνε
το φως της ημέρας
Αποτυπώνω
το ελάχιστο Μέγιστο
Ποιος θα με σώσει ξεσκεπάζοντάς με
               από τα πένθη γιατί
εκδιώκοντας εγώ και
               πάντα προσκαλώντας
τα υψωμένα μάτια των εικόνων
               στο πρόσωπό μου,
τα λάφυρα του ανείπωτου κερδίζω
και το μελάνι με σκοτώνει.

Ω άγια εικόνα
ποια εικόνα;
Μη με καταδιώκεις
                 αχνίζον
κατάμονο ρόδο αμάραντο
                 έμεινες
                 Δε
                 σε ξέρω
                 μητέρα

Το σώμα δίχως αντικλείδι, 2000 

ποιήματα για το Σολωμό


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ,
Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τι πόθους...
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ' τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ' άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ' ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνεια
και μακριά πώς ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ' όλα τ' άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ' όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ' ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
           οι απαίσιες χιλιετηρίδες 

Νίκος Καρούζος, από τη συλλογή ο Υπνόσακκος [1964]

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

ποιήματα για τον Σολωμό


Σ' ένα ταρατσάκι ο Σολωμός


Σ' ένα ταρατσάκι πίκρας λιθάρια στοιβάζοντας στο στήθος
Σπουδάζει ο μαύρος Διονύσιος το φως και τις υψηλές του διασυνδέσεις

Την αγαπάει όπως το σωστό. Την Ελλάδα. Εκεί το
Δέρμα του έρωτα λάμπει τέλειο σαν φύση.

Ένα άγγιγμα μόλις της ζωής η αγάπη και χάθηκε η ζωή.
Θροϊζουν τα φύλλα και στρέφεται το ερπετό να πιει νερό.
Αδ..Αδ..Αδάμ. Η γυναίκα στο στόμα άδηλη.

"Δεν θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός", είπε και τα χέρια του μύριζαν ακόμη
φρέσκια ρίγανη από την τελευταία του περιπλάνηση.

Νυχτερινό και ατσάκιστο ένδυμα. Ίσως με κάτι λευκό θα 'πρεπε να το ξανοίξει.
Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν ωραίο επιχείρημα να απουσιάζει.

Ο ένας χρόνος μετά τον άλλον τον αιχμαλωτίζει, ενώ ο άπειρος χρόνος της
ελευθερίας του τον τυφλώνει. Μικρός αγάπησε τη μάνα του σαν κάθε ζώο που ανατέλλει.

Οι ήλιοι που λατρεύει μες τη μέρα τον καίνε τη νύχτα.
Το πρωί οι υπηρέτες του τραβάνε τα ριντό και πέφτει
Στον ύπνο του κόσμου. Αυλαία.

Το σώμα είναι για να βγάζει σκέψεις όπως το δάσος πουλιά κι ανθισμένους κλώνους.

Ο μεγάλος εχθρός ο θάνατος ( ή μήπως ο καλύτερός του φίλος;), εμφανίστηκε στο
όνειρό του με φανταχτερή ρεντιγκότα σαν φιδιού γυαλιστερή σάρκα. "Πού τα βρήκες
αυτά τα ρούχα;" ρώτησε ο κοιμώμενος και το άλλο έγινε γυναίκα και τον τύλιξε.

Τα σύνεργα της τουαλέτας ήταν ό,τι απόμεινε από το δικαστικό αγώνα. Χτένα από
χελώνα και καρφίτσες για τη γραβάτα, που μόλις τις συγκρατούσε για να μην του
καρφωθούν στο λαιμό. Λίμες για τα νύχια φονικές κι ένα λεκανάκι από
ελεφαντόδοντο, όπου στύβει, στύβει πανιά μοβ.

Έκθαμβος κοιτάει το δέρμα να φεγγοβολάει της φαρμακωμένης. ϊσως και το φως
να 'χει πίσω του μια δηλητηριασμένη ιστορία.

Η μέλισσα λένε χωρίς φύλο ενώ πετάει προς τα λουλούδια ερωτική. Ο ποιητής χωρίς
φύλο κι η μοναξιά του σαν άνοιξη μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη
σαρκική που θα 'χε ταριχέψει.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ