Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

ποιήματα για τον Σολωμό


Σ' ένα ταρατσάκι ο Σολωμός


Σ' ένα ταρατσάκι πίκρας λιθάρια στοιβάζοντας στο στήθος
Σπουδάζει ο μαύρος Διονύσιος το φως και τις υψηλές του διασυνδέσεις

Την αγαπάει όπως το σωστό. Την Ελλάδα. Εκεί το
Δέρμα του έρωτα λάμπει τέλειο σαν φύση.

Ένα άγγιγμα μόλις της ζωής η αγάπη και χάθηκε η ζωή.
Θροϊζουν τα φύλλα και στρέφεται το ερπετό να πιει νερό.
Αδ..Αδ..Αδάμ. Η γυναίκα στο στόμα άδηλη.

"Δεν θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός", είπε και τα χέρια του μύριζαν ακόμη
φρέσκια ρίγανη από την τελευταία του περιπλάνηση.

Νυχτερινό και ατσάκιστο ένδυμα. Ίσως με κάτι λευκό θα 'πρεπε να το ξανοίξει.
Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν ωραίο επιχείρημα να απουσιάζει.

Ο ένας χρόνος μετά τον άλλον τον αιχμαλωτίζει, ενώ ο άπειρος χρόνος της
ελευθερίας του τον τυφλώνει. Μικρός αγάπησε τη μάνα του σαν κάθε ζώο που ανατέλλει.

Οι ήλιοι που λατρεύει μες τη μέρα τον καίνε τη νύχτα.
Το πρωί οι υπηρέτες του τραβάνε τα ριντό και πέφτει
Στον ύπνο του κόσμου. Αυλαία.

Το σώμα είναι για να βγάζει σκέψεις όπως το δάσος πουλιά κι ανθισμένους κλώνους.

Ο μεγάλος εχθρός ο θάνατος ( ή μήπως ο καλύτερός του φίλος;), εμφανίστηκε στο
όνειρό του με φανταχτερή ρεντιγκότα σαν φιδιού γυαλιστερή σάρκα. "Πού τα βρήκες
αυτά τα ρούχα;" ρώτησε ο κοιμώμενος και το άλλο έγινε γυναίκα και τον τύλιξε.

Τα σύνεργα της τουαλέτας ήταν ό,τι απόμεινε από το δικαστικό αγώνα. Χτένα από
χελώνα και καρφίτσες για τη γραβάτα, που μόλις τις συγκρατούσε για να μην του
καρφωθούν στο λαιμό. Λίμες για τα νύχια φονικές κι ένα λεκανάκι από
ελεφαντόδοντο, όπου στύβει, στύβει πανιά μοβ.

Έκθαμβος κοιτάει το δέρμα να φεγγοβολάει της φαρμακωμένης. ϊσως και το φως
να 'χει πίσω του μια δηλητηριασμένη ιστορία.

Η μέλισσα λένε χωρίς φύλο ενώ πετάει προς τα λουλούδια ερωτική. Ο ποιητής χωρίς
φύλο κι η μοναξιά του σαν άνοιξη μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη
σαρκική που θα 'χε ταριχέψει.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου