Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της ποίησης

Γεωργίου Χορτάτση, Ερωφίλη

πρόλογος του Χάρου


...Εγώ 'μ' εκείνος το λοιπό απ' όλοι με μισούσι
και σκυλοκάρδη και τυφλό κι ' άπονο με λαλούσι
εγώ 'μ' απού τση βασιλειούς, τση μπορεμένους όλους,
τση πλούσιους και τσ΄ανήμπορους, τσ' αφέντες και τσ' δούλους
τση νέους και τση γέροντες, μικρούς και τση μεγάλους
τση φρόνιμους και τση λωλούς κι όλους τσ' ανθρώπους τσ'
γιαμιά, γιαμιά, όντε μου φανή, ρίχνω και θανατόνω
κ' εις τον αθό τση νιότης τως τση χρόνους τως τελειώνω
λυόνω τση δόξαις και τιμαίς, τα νόματα μαυρίζω,
τση δικηοσύναις διασκορπώ και τση φιλιαίς χωρίζω
τσ' άγριαις καρδιαίς καταπονώ τση λογισμούς αλλάσσω
τσ' ολπίδες ρίχνω 'ς μια μερά και τσ' έγνοιαις κατατάσσω
κ' εκεί που με πολύ θυμό τα μάτια μου στραφούσι
χώραις χαλούν αλάκαιραις, κόσμοι πολλοί βουλούσι
Πού των Ελλήνω η βασιλειαίς; πού τω Ρωμηών η τόσαις
πλούσιαις και μπορεζάμεναις χώραις; πού τόσαις γνώσες
και τέχναις; που ν΄η δόξαις τως που σήμερον εκείναις
ς' τ' άρματα κ' εις τα γράμματα η ξακουσταίς Αθήναις;
πού η καρτάγω η δυνατή κ' η πολεμάρχοι γιάξοι
της Ρώμης; πού τα κέρδητα πού χασιν αποτάξει
πού τ' Αλεξάνδρου η ανδρειά κ' η μπόρεσί του πλείσα;
πού των Καισάρων η τιμαίς από τον κόσμ' ορίσα;
Όλα χαλάσαν από ΄με κι όλ' από με χαθήκα,
χώμα γινήκ' αψήφιστο κ' εις λησμονιάν εμπήκα.
Γιαύτως λωλοί 'ναι όποιοι θαρρού με κόπο γη με γνώση
να κάμουσι τη χάρα μου να μη μπορά τελειώση
τα νόματά τως γράφοντας ' ς τον κόσμο παραμύθια
κι άλλα πολλά καμώματα ψωματινά κι αλήθεια
Λωλότεροι όσοι αθάνατοι λογιάζου ν΄απομείνουν
κέρδη σαν κάμουσι πολλά κι αρίφνητα πλουτύνουν
τώνα και τ' άλλο από με χάνεται και τελειόνει
τώνα και τάλλο οι καιροί χαλούσινε κι οι χρόνοι
Πού τ χαλδαίω τα γράμματα που κείνοι που λογιάζαν
να μείνουσιν αθάνατοι, για κείνο εσπουδάζαν
με τόσο κόπο των αλλώ να γράφου τση πολέμους
γη κείνοι που σκορπούσανε τα πλούτη 'ς' τους ανέμους
Πού τόση μεγαλότητα, πού ' ναι τα πλούτη τώρα
πού χεν εκείν΄η ξακουστή και μπορεμένη χώρα
τση σεμίραμις; πέτε μου πού κείνοι τσ' οι μεγάλοι
σοφοί πού τόσοι τσ΄άρχοντες και τόσοι δούλοι τσ΄άλλοι;
μ' απής 'ς τη γη δε φαίνουνται, ουδ΄ είναι τα κορμιά τως
σκιάς πέτε μ' ένα σήμερο απού τα 'νόματά τως!


[....]


το ψες εδιάβη, το προχθές πλειο δεν ανιστοράται
σπίθα μικρά το σήμερο 'ς τα σκοτεινά λογάται.
Σ' έναν ανοιγοσφάλισμα των αμμάτ' αποσώνω
και δίχως λύπησι καμμιά τον άνθρωπο σκοτώνω
τα κάλλη σβύνω κι όμορφο πρόσωπο δε λυπούμαι
τους ταπεινούς δε ' λεημονώ, τους άγριους δε φοβούμαι
τους φεύγουν φτάν' ογλήγορα, τους με ζητούν μακραίνω
και δίχως να με κράζουσι συχνά τση γάμους μπαίνω
κι αρπώ νυφάδες και γαμπρούς γέροντες και κοπέλια
και κάνω ξόδια τση χαραίς και κλάυματα τα γέλια
σε πρίκα τη ξεφάντωσι και κλάυματα γυρίζω
πάσα τραγούδι και ποτέ λύπησι δε γνωρίζω
την άσπρη σάρκα χώματα και βρώμο κατασταίνω
την όψι λυόνω και χαλώ και πάσα μυρισμένο
στήθος σκωλήκων κατοικιά κάνω ζημνιό και βρώσι
κ' η χέρα μου καθημερνό γυρεύγει να τελειώσει
σπίτια, γενηές και βασιλειές και κόσμους σαν τυχαίνει
η δικαιοσύνη του θεού να μείνη πληρωμένη
Μ' όλον ετούτο σήμερο μηδέ με φοβηθήτε
όσοι σας έκαμεν εδώ η τύχη σας να ρθήτε
γιατί δε μ' έστειλεν ο Ζευς τλωρα συναφορμά σας
μηδέ για τους γονέους σας μηδέ για τα παιδιά σας
γραμμένο είναι τσ' ουρανούς χρόνους πολλούς να ζήτε
τιμαίς και πλούτη νά χετε χαραίς πολλαίς να ' δήτε.

[...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου